Δεν είναι εύκολο να είναι κανείς ειλικρινής άνθρωπος

Από τη Ζισίν, επαρχία Χουμπέι

Αφότου δέχθηκα το έργο του Παντοδύναμου Θεού τις έσχατες ημέρες, με το να διαβάζω τον λόγο του Θεού και να ακούω κηρύγματα, έφτασα στο σημείο να κατανοήσω τη σημασία του να επιδιώκει κανείς να είναι ειλικρινής άνθρωπος στην πίστη του, και ότι μόνο αν γίνει κανείς ειλικρινής άνθρωπος μπορεί να κερδίσει τη σωτηρία του Θεού. Έτσι, ξεκίνησα να κάνω πράξη το να γίνω ειλικρινής άνθρωπος στην πραγματική ζωή. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, διαπίστωσα ότι απέκτησα κάποια είσοδο σ’ αυτό. Για παράδειγμα, ενώ προσευχόμουν ή συνομιλούσα με κάποιον, ήμουν ικανή να πω την αλήθεια και να μιλήσω από καρδιάς· μπορούσα, επίσης, να πάρω στα σοβαρά την εκπλήρωση του καθήκοντός μου και, όταν αποκάλυπτα διαφθορά, μπορούσα να ανοιχτώ σε άλλους ανθρώπους. Λόγω αυτού, πίστευα ότι το να είναι κανείς ειλικρινής άνθρωπος ήταν σχετικά εύκολο να γίνει πράξη, και καθόλου δύσκολο όπως το παρουσίαζε ο λόγος του Θεού: «Πολλοί θα προτιμούσαν να καταδικαστούν στην κόλαση από το να μιλήσουν και να πράξουν με ειλικρίνεια» (από «Οι τρεις νουθεσίες» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). Μόνο αργότερα μπόρεσα να εκτιμήσω, μέσα από αρκετές εμπειρίες, ότι πραγματικά δεν είναι εύκολο για μας, τα διεφθαρμένα ανθρώπινα όντα, να είμαστε ειλικρινείς άνθρωποι. Ο λόγος του Θεού είναι πραγματικά απόλυτα αληθής και δεν υπερβάλλει διόλου.

Μια μέρα, όταν συνέτασσα ένα έγγραφο, διαπίστωσα ότι μια αδελφή από την εκκλησία ήταν καλύτερη από εμένα στο να συντάσσει έγγραφα. Τότε, σκέφτηκα: «Πρέπει να χειρίζομαι με αυστηρότητα τα έγγραφα που συντάσσει αυτή, μήπως οι επικεφαλής δουν ότι είναι καλύτερη από μένα και την προάγουν, βάζοντας τη δική μου θέση σε κίνδυνο». Αφού έκανα αυτήν τη σκέψη, ένιωσα να με κατηγορεί η συνείδησή μου. Αφού το εξέτασα και το ανέλυσα σχολαστικά, αναγνώρισα ότι ήταν μια εκδήλωση του αγώνα για δόξα και κέρδος, και της ζήλειας προς το αληθινό ταλέντο, έτσι προσευχήθηκα στον Θεό και απαρνήθηκα αμέσως τον εαυτό μου. Σε μια συνάθροιση, αρχικά ήθελα να δηλώσω ανοιχτά τη διαφθορά μου, αλλά έπειτα σκέφτηκα: «Αν μοιραστώ συναναστροφή για τις δικές μου κακές προθέσεις, πώς θα με βλέπει η αδελφή που συνεργάζεται μαζί μου και η αδελφή από την οικογένεια που με φιλοξενεί; Θα πουν ότι η καρδιά μου είναι υπερβολικά κακόβουλη και η φύση μου υπερβολικά μοχθηρή; Ξέχασέ το, καλύτερα να μην το πω. Ήταν μονάχα μια σκέψη και, ούτως ή άλλως, δεν είναι ότι το έκανα κιόλας.» Και έτσι απλά, ανέφερα μονάχα ότι όταν είδα κάποιον άλλο να συντάσσει καλά τα έγγραφα, αγχώθηκα πολύ ότι θα με αντικαταστήσουν —έκρυψα την αληθινή σκοτεινή πλευρά μου. Μετά απ’ αυτό, το αίσθημα της ενοχής στην καρδιά μου μεγεθύνθηκε. Ως εκ τούτου, ορκίστηκα ενώπιον του Θεού ότι αυτό δεν θα ξανασυνέβαινε και ότι την επόμενη φορά σίγουρα θα έκανα πράξη το να γίνω ειλικρινής άνθρωπος.

Λίγες ημέρες μετά, ενώ κουβέντιαζα με τη συνεργάτιδά μου και την αδελφή της οικογένειας που με φιλοξενούσε, άκουσα αυτήν την αδελφή να μιλά για το πόσο υπέροχες ήταν δύο αδελφές που έμεναν παλαιότερα στο σπίτι της (τις οποίες γνώριζα κι εγώ), αλλά ποτέ δεν είπε λέξη για το πόσο καλή ήμουν εγώ. Ένιωσα πολύ δυστυχισμένη. Για να την κάνω να με εκτιμήσει, στη συνέχεια απαρίθμησα ένα προς ένα τα ελαττώματα εκείνων των δύο αδελφών για να της δείξω ότι δεν ήταν εξίσου καλές μ’ εμένα. Αφού τα είπα αυτά, συνειδητοποίησα ότι είχα μιλήσει ανάρμοστα και ότι η πρόθεση και ο σκοπός μου ήταν να μειώσω τους άλλους και να εξυψώσω τον εαυτό μου. Αλλά ντρεπόμουν πολύ να ανοιχτώ, κι έτσι είπα στην αδελφή της οικογένειας που με φιλοξενούσε: «Όταν σε άκουσα να επαινείς εκείνες τις δύο αδελφές, ένιωσα ότι έχεις αρκετά είδωλα στην καρδιά σου, κι έτσι έπρεπε να αμαυρώσω την εικόνα τους για να μη τα θαυμάζεις πια». Τη στιγμή που ξεστόμισα αυτά τα λόγια, η αδελφή με την οποία συνεργαζόμουν είπε: «Αυτό εξαρτάται από το αν είχες κάποιο απώτερο κίνητρο. Αν είχες, αυτό είναι πραγματικά μοχθηρό. Αν όχι, τότε μπορεί μόνο να λεχθεί ότι ήταν μια αποκάλυψη διαφθοράς.» Ακούγοντάς την να το λέει αυτό, φοβήθηκα τρομερά ότι θα σχημάτιζαν κακή εντύπωση για μένα, κι έτσι προσπάθησα γρήγορα να δικαιολογηθώ: «Δεν είχα κάποιο απώτερο κίνητρο. Απλώς δεν το επικοινώνησα με τον σωστό τρόπο…» Μετά από αυτόν τον αληθοφανή συλλογισμό, ταράχθηκα πάρα πολύ και μέσα μου ένιωσα έντονα ότι κατηγορούμαι όταν προσευχήθηκα: «Είσαι υπερβολικά πονηρή. Μιλάς με έμμεσο τρόπο, σκαρφίζεσαι ψέματα και συγκαλύπτεις την αλήθεια, κρύβοντας και κουκουλώνοντας πάντα τις μοχθηρές προθέσεις και τις αλαζονικές φιλοδοξίες σου. Έτσι δεν εξαπατάς τον Θεό;» Ακόμη κι έτσι, τόσο πωρωμένη, εγώ και πάλι δεν μετανόησα και απλώς ικέτεψα τον Θεό να με συγχωρήσει.

Την επόμενη μέρα, ξαφνικά ανέβασα υψηλό πυρετό και κάθε άρθρωση του σώματός μου πονούσε. Στην αρχή σκέφτηκα ότι είχα κρυολογήσει μες στη νύχτα και ότι θα γινόμουν καλύτερα αν απλώς έπαιρνα κάποιο φάρμακο. Αλλά ποιος να το ’ξερε —το φάρμακο δεν βοήθησε καθόλου και μετά από δύο ημέρες δεν μπορούσα καν να σηκωθώ από το κρεβάτι. Επιπλέον, η γλώσσα μου πρήστηκε και έγινε πιο σκληρή, ενώ εμφανίστηκε κι ένα οδυνηρό πρήξιμο στον λαιμό μου, που πονούσε τόσο πολύ που δεν μπορούσα καν να μιλήσω. Το να καταπίνω ήταν από μόνο του δύσκολο, πόσο μάλλον το να φάω. Μπροστά σ’ αυτήν την ξαφνική ασθένεια, άρχισα να φοβάμαι και, στην καρδιά μου, προσευχήθηκα ξανά και ξανά στον Θεό. Εκείνη τη στιγμή, συνειδητοποίησα ότι αυτή η ασθένεια δεν μου είχε συμβεί τυχαία, κι έτσι ήλθα ενώπιον του Θεού για να αναλογιστώ όλα τα πράγματα που είχα πει και κάνει κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Καθώς τα αναλογιζόμουν, κατάλαβα ότι υπήρχαν αρκετές περιπτώσεις κατά τις οποίες είχα μιλήσει με υπεκφυγές και είχα αποκρύψει τα δικά μου ποταπά κίνητρα. Γνώριζα πολύ καλά ότι έλεγα μονάχα ψέματα και ότι είχα εξαπατήσει τις αδελφές μου, και ένιωθα ένα αίσθημα αποδοκιμασίας, αλλά και πάλι δεν είχα βρει το θάρρος να πω την αλήθεια. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι η πονηριά μου είχε ήδη γίνει δεύτερη φύση, και δεν μπορούσα πια να κάνω κάτι γι’ αυτό. Xάριν της δικής μου φήμης και του κύρους, της ματαιοδοξίας και του γοήτρου μου, είχα προσπαθήσει αναίσχυντα και επανειλημμένως να εξαπατήσω τον Θεό, να εξαπατήσω τις αδελφές μου. Δεν είχα προθυμοποιηθεί να είμαι ανοιχτή για τη διαφθορά μου και δεν είχα αναζητήσει την αλήθεια για να επιλύσω τα προβλήματά μου· αν είχα συνεχίσει κατ’ αυτόν τον τρόπο, εγώ δεν θα ήμουν αυτή που θα ζημιωνόταν στο τέλος; Ο Θεός ελέγχει εξονυχιστικά τα μύχια της καρδιάς του ανθρώπου, και όσο κι αν προσπαθούσα να κρυφτώ, δεν μπορούσα να συγκαλύψω την αξιοκαταφρόνητη ασχήμια μου. Μόλις απέκτησα κάποια κατανόηση του εαυτού μου, γονάτισα ενώπιον του Θεού και προσευχήθηκα: «Ω, Θεέ μου! Μόνο τώρα βλέπω πόσο διεφθαρμένη είμαι. Επειδή ελέγχομαι από τη δόλια φύση μου, το βρίσκω τόσο δύσκολο να πω έστω και μια ειλικρινή κουβέντα. Ω, Θεέ μου! Ζητώ να με καθοδηγήσεις για να ανοιχτώ, να εκθέσω τα ελαττώματά μου και να είμαι ειλικρινής άνθρωπος ενώπιόν Σου.» Υπό την καθοδήγηση του Θεού, επιστράτευσα τελικά το θάρρος να πω στις αδελφές μου την αλήθεια για όλο το περιστατικό, από την αρχή μέχρι το τέλος. Μόνο τότε ένιωσε η καρδιά μου λίγη γαλήνη και ηρεμία.

Μόνο μέσα απ’ αυτήν την εμπειρία κατανόησα σε βάθος ότι τα λόγια του Θεού: «Πολλοί θα προτιμούσαν να καταδικαστούν στην κόλαση από το να μιλήσουν και να πράξουν με ειλικρίνεια» είναι πράγματι αλήθεια. Αφού διαφθάρηκαν από τον Σατανά, το να ψεύδονται, να εξαπατούν και να επιδίδονται σε απάτη έγιναν ανθρώπινη φύση και ριζώθηκαν βαθιά στις καρδιές των ανθρώπων. Επιπλέον, οι άνθρωποι πραγματικά εκτιμούν σαν θησαυρό τη φήμη, το κύρος και κάθε είδους όφελος· εκείνοι που περιορίζονται από αυτά τα πράγματα το βρίσκουν πολύ δύσκολο να μιλήσουν ειλικρινά. Επομένως, για τους ανθρώπους, το να είναι κανείς ειλικρινής άνθρωπος είναι δυσκολότερο από το να ανέβει στον ουρανό. Παλαιότερα, σκεφτόμουν ότι το να είναι κανείς ειλικρινής άνθρωπος ήταν εύκολο. Κι αυτό γιατί τα πράγματα για τα οποία ανοιγόμουν ήταν μόνο ασήμαντες διαφθορές που αποκάλυπτα, που όλοι μοιράζονταν συχνά στη συναναστροφή. Δεν είχαν καμία σχέση με τα βαθύτερα πράγματα στην ψυχή μου, κι έτσι κανείς δεν θα με περιφρονούσε επειδή μιλούσα γι’ αυτά. Εκείνο το είδος πράξης λάμβανε χώρα υπό την προϋπόθεση ότι ήταν μόνο επιφανειακές ενέργειες και δεν θα έθιγαν τα προσωπικά μου συμφέροντα. Αν είχαν αντίκτυπο στα ζωτικά μου συμφέροντα, στο κύρος και την υπόληψή μου, τότε η φύση μου θα αποκαλυπτόταν κι εγώ δεν θα μπορούσα πια να διατηρήσω τη συγκάλυψή μου. Με την αλήθεια ενώπιόν μου, ξεκίνησα να εκτιμώ βαθιά ότι πραγματικά δεν είναι εύκολο να είναι κανείς ειλικρινής άνθρωπος. Ειδικά για κάποιον σαν κι εμένα, που θεωρεί τη φήμη και το κύρος τόσο σημαντικά, αν δεν παραμερίσω κάθε σκέψη περί υπόληψης, αν δεν με συντροφεύουν η παίδευση και η κρίση του Θεού, θα είμαι πλήρως ανίκανη να κάνω πράξη την πραγματικότητα της αλήθειας του να είναι κανείς ειλικρινής άνθρωπος. Εφεξής, θα επιδιώκω συνειδητά την αλήθεια, θα δέχομαι όλα τα λόγια του Θεού και θα κατανοώ την ίδια τη δόλια φύση μου ακόμη πιο βαθιά. Θα παραμερίσω την υπόληψη και το κύρος μου και θα γίνω ένας πραγματικά ειλικρινής άνθρωπος· θα βιώσω μια αληθινή ανθρώπινη ομοιότητα για να ανταποδώσω την αγάπη του Θεού.

Σχετικό περιεχόμενο

  • Μια στροφή προς το καλύτερο πάνω στον δρόμο της πίστης στον Θεό

    Από τον Ζουανμπιάν, πόλη Σαγκάη Αν και πίστευα στον Θεό και Τον ακολουθούσα για πολλά χρόνια, δεν είχα κάνει σχεδόν καμία πρόοδο ως προς την είσοδό μο…

  • Το υπεροπτικό πνεύμα πριν την πτώση

    Επειδή το απαιτούσε η δουλειά, μετατέθηκα σε άλλον τόπο εργασίας. Εκείνη την εποχή, ήμουν πολύ ευγνώμων στον Θεό. Ένιωθα πως μου έλειπαν τόσα πολλά, ωστόσο μέσω της θεϊκής προαγωγής του Θεού, μου δόθηκε η ευκαιρία να εκπληρώσω τα καθήκοντά μου σε ένα τόσο όμορφο εργασιακό περιβάλλον. Έδωσα έναν όρκο στον Θεό μέσα από την καρδιά μου: Θα έκανα το καλύτερο που μπορούσα για να ανταποδώσω στον Θεό.

  • Η διάκριση κατά των ξένων είναι υπερβολικά κακόβουλη

    Από τη Σιαοτζίν, Παν’αν, επαρχία Τσετσιάνγκ Τον Φεβρουάριο του 2007, η εκκλησία έλαβε μια διάταξη εργασίας με τίτλο «Ποτίστε και εφοδιάστε τους νέους …

  • Δεν υπάρχει ειδική μεταχείριση στην εκκλησία

    Ακολουθώντας τον Θεό όλα αυτά τα χρόνια, ένιωσα πως είχα αντέξει κάποια δεινά και πληρώσει ένα συγκεκριμένο τίμημα, έτσι ξεκίνησα σταδιακά να ζω από όσα είχα προηγουμένως κερδίσει και να επιδεικνύω την αρχαιότητά μου. Σκέφτηκα: έχω φύγει από το σπίτι μου για τόσο πολλά χρόνια και η οικογένειά μου δεν έχει νέα μου για πολύ καιρό. Υπό αυτές τις συνθήκες, η εκκλησία σίγουρα θα με φροντίσει.