Μετά την προδοσία του συζύγου της, ο Θεός την έσωσε από την ομίχλη του πόνου

Από την Όγιανγκ Μο

Ο χρόνος στ’ αλήθεια περνάει πολύ γρήγορα. Η Χονγκέρ μεταμορφώθηκε από ένα αφελές μικρό κορίτσι σε μια κομψή νεαρή γυναίκα και το εκκολαπτόμενο ενδιαφέρον της για την αγάπη αφυπνίστηκε. Δεν την ενδιέφεραν τα πλούτη και το κύρος˙ ήθελε μονάχα μια σχέση στην οποία, ανεξαρτήτως από τις μπόρες που θα αντιμετώπιζαν, να υπάρχει οικειότητα και αγάπη, να βοηθούν ο ένας τον άλλο σε καιρούς ανάγκης και να γεράσουν μαζί. Περίμενε σιωπηλά να έρθει μια συγκεκριμένη στιγμή...

Εκείνος εισέβαλε στον κόσμο της, κάνοντας την καρδιά της να φτερουγίσει με το όμορφο πρόσωπο και τα πεντακάθαρα μάτια του, και επιπλέον στ’ αλήθεια έτρεφε αισθήματα για εκείνη. Από εκείνη τη στιγμή, οι ήρεμες, αδιάφορες ημέρες της ξεχείλιζαν από χαρά. Με τον καιρό έσμιξαν, και η τρυφερότητα και η στοργικότητά του ενστάλαξαν αγάπη στη Χονγκέρ, ακόμη περισσότερο από την ωραία του εμφάνιση. Γνώριζε ότι εκείνος ήταν ο άνθρωπος στον οποίο ήθελε να εμπιστευτεί τη ζωή της και ο άνθρωπος με τον οποίο ήθελε να γεράσει. Εκείνος ορκίστηκε, επίσης, να της προσφέρει δια βίου ευτυχία. Ωστόσο, οι γονείς της παραπονιόνταν ότι προερχόταν από φτωχή οικογένεια και ήθελαν να τον αφήσει. Η Χονγκέρ δεν νοιαζόταν καθόλου γι’ αυτό, μόνο για το ότι αγαπούσαν αληθινά ο ένας τον άλλο και μπορούσαν να μείνουν αποφασιστικά μαζί για μια ζωή. Παρά τις αντιρρήσεις των γονέων της, εκείνη μετακόμισε μακριά μαζί του.

Πολύ σύντομα είχαν έναν αξιολάτρευτο, στρουμπουλό μικρό γιο και εργάζονταν ακούραστα για να του προσφέρουν μια άνετη ζωή. Παρόλο που ήταν δύσκολο και κουραστικό για τη Χονγκέρ, το να εργάζεται πλάι στην αγάπη της και να φροντίζουν μαζί το σπιτικό τους ήταν μια ιδιαίτερα γλυκιά χαρά γι’ αυτή. Συγκεκριμένα, στα γενέθλιά της, εκείνος ξόδεψε το μισό του μηνιάτικο για να παίξει το ραδιόφωνο ένα ερωτικό τραγούδι για εκείνη, το «Rain or Shine». Μόλις άρχισε, εκείνη συγκινήθηκε τόσο πολύ που έβαλε τα κλάματα˙ σ’ εκείνο το τραγούδι, άκουσε τις φωνές των καρδιών τους να ενώνονται. Τι θα μπορούσε να είναι πιο πολύτιμο από δύο ερωτευμένους ανθρώπους που είναι για πάντα ενωμένοι και αφοσιωμένοι ο ένας στον άλλο; Δεν αναζητούσε μεγάλα πλούτη, παρά μόνο αυτό το είδος συζυγικής αρμονίας και αγάπης. Ένα τέτοιο αρμονικό σπιτικό τής αρκούσε.

Δύο Χριστιανοί μιλούν

Τα χρόνια πέρασαν σαν μέρες και εν ριπή οφθαλμού είχαν ήδη περάσει 20 χρόνια. Ο γιος τους είχε μεγαλώσει και εκείνοι εργάζονταν σκληρά δίπλα-δίπλα για να ανοίξουν μια οικογενειακή επιχείρηση σεβαστού μεγέθους. Σε κάποιο σημείο, όμως, συνειδητοποίησε ότι εκείνος επέστρεφε στο σπίτι όλο και λιγότερο και ότι όλο και περισσότερο πρόβαλλε δικαιολογίες ότι έπρεπε να ψυχαγωγήσει κόσμο. Το άλλοτε ζεστό, ευτυχισμένο σπιτικό γινόταν τώρα όλο και πιο ψυχρό. Η Χονγκέρ ανησυχούσε: Όταν έκαναν απλώς προετοιμασίες για την οικοδόμηση της εταιρίας, υπήρχαν πολλά πράγματα που έπρεπε να χειριστεί ο ίδιος και, παρόλο που είχε πολλή δουλειά εκείνο το διάστημα, πάντα επέστρεφε στο σπίτι όσο πιο νωρίς μπορούσε. Τώρα όλες οι πτυχές της λειτουργίας της επιχείρησης βρίσκονταν στον σωστό δρόμο και εκείνος δεν είχε τόση δουλειά όσο παλαιότερα, επομένως γιατί επέστρεφε στο σπίτι λιγότερο; Εκείνη αισθάνθηκε ανησυχία. Διέθετε φυσική κατανόηση του στυλ των πελατών τους: Οι ενιαίες υπηρεσίες εξυπηρέτησης με κάθε λογής διασκέδαση, όπως μασάζ στα πόδια, σάουνες, καραόκε και νυχτερινά κέντρα διασκέδασης είχαν γίνει ο άγραφος κανόνας του κλάδου και είχε γίνει τάση πολλοί άντρες να πηγαίνουν σε κάθε λογής χώρους ψυχαγωγίας για να συνάψουν σχέσεις της μιας βραδιάς ή δεσμούς. Με τον σύζυγό της να ψυχαγωγεί καλεσμένους καθημερινά, να μπαινοβγαίνει σε τέτοιους χώρους διασκέδασης που έβριθαν από πειρασμό, μήπως θα μπορούσε…; Όχι, δεν υπήρχε περίπτωση! Ο σύζυγός της κι εκείνη είχαν ξεπεράσει μαζί κάθε μπόρα των τελευταίων δύο δεκαετιών και κάθε πραγματάκι κατά το διάστημα εκείνο αποτελούσε μαρτυρία της αγάπης τους. Πώς θα μπορούσε μια αγάπη με τόσο ισχυρά θεμέλια να καταρρεύσει μπροστά σε έναν μικρό πειρασμό; Ήταν βέβαιη ότι η αγάπη τους μπορούσε να αντέξει κάθε δοκιμή. Η Χονγκέρ το χρησιμοποίησε αυτό για να παρηγορηθεί, αλλά αντιμέτωπη με την πραγματικότητα, και πάλι δεν ένιωθε απόλυτα ήρεμη.

Η πραγματικότητα, όμως, δεν υπέκυψε στην παρηγοριά του εαυτού της, όπως θα ήλπιζε η Χονγκέρ. Ο σύζυγός της είχε τη μία μεγάλη, ανεξήγητη δαπάνη μετά την άλλη, δεν ερχόταν στο σπίτι όλο και πιο συχνά και ήταν ιδιαίτερα πανούργος στις δικαιολογίες του. Όλα αυτά αποτελούσαν πλήγματα για εκείνη˙ οι ανησυχίες στην καρδιά της την βάρυναν όλο και περισσότερο. Παρόλο που, βάσει της ασυνήθιστης συμπεριφοράς του συζύγου της, αισθανόταν ότι μάλλον την είχε απατήσει, δεν ήταν πρόθυμη να δεχθεί ή να αναγνωρίσει αυτή την πραγματικότητα. Δεν τολμούσε να πιστέψει ότι ο άνθρωπος που είχε ορκιστεί να της προσφέρει δια βίου ευτυχία και είχε αντιμετωπίσει μπόρες στο πλευρό της επί δύο δεκαετίες θα μπορούσε ξαφνικά να την προδώσει. Θα μπορούσε ο όρκος «μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος» να μην ήταν τίποτε περισσότερο από ένα εύκολο ψέμα;

Η πραγματικότητα δεν επέτρεπε πια στη Χονγκέρ να συνεχίσει να κοροϊδεύει τον εαυτό της˙ άρχισε να τον ακολουθεί. Μια μέρα, τον ακολούθησε σε μια πολύ πλούσια κοινότητα και ανακάλυψε ότι εκεί υπήρχε ένα σπίτι που είχε φτιάξει με μια άλλη γυναίκα. Η στιγμή που είδε εκείνη τη γυναίκα να κρατά στην αγκαλιά της ένα μικρό παιδί ήταν το απόλυτο σοκ. Δεν τολμούσε να πιστέψει στα ίδια της τα μάτια. Πολλές φορές είχε περάσει από το μυαλό της ότι ο σύζυγός της μπορεί να μπαινοβγαίνει σε ξενοδοχεία με άλλες γυναίκες, ότι το μόνο που έκανε ήταν να έχει ερωτικές επαφές μαζί τους, αλλά ποτέ δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα δημιουργούσε άλλη οικογένεια και ότι θα έκανε παιδί με κάποια άλλη γυναίκα. Εκείνη τη στιγμή, το τελευταίο ίχνος παρηγοριάς που είχε για τον εαυτό της θρυμματίστηκε, κατέρρευσε μπροστά στη σκληρή αλήθεια. Μέσα σε μια στιγμή, οι όρκοι τους και κάθε επιμέρους κομμάτι της αμοιβαίας στήριξής τους, που εκτεινόταν σε πάνω από δύο δεκαετίες, γκρεμίστηκαν ολοσχερώς. Πώς μπορούσε να είναι τόσο άκαρδος; Μπορούσε στ’ αλήθεια να είχε ξεχάσει την υπόσχεσή του να της προσφέρει δια βίου ευτυχία; Είχε ξεχάσει τα αισθήματα που εξέφρασε μέσα από το τραγούδι «Rain or Shine»; Είχε ξεχάσει ότι εκείνη είχε παρατήσει τα πάντα γι’ αυτόν, καθώς και όλα όσα είχαν περάσει μαζί; Πώς μπορούσε να τα ξεχάσει; Γιατί της το έκανε αυτό; Πώς μπορούσαν είκοσι χρόνια αγάπης να μην μπορέσουν να αντέξουν τον πειρασμό μιας ξένης; Εκείνη τη στιγμή, ο θυμός και η θλίψη ταλάνιζαν τη Χονγκέρ˙ η καρδιά της ριγούσε και τα δάκρυα έτρεχαν ακούσια στο πρόσωπό της. Του φώναξε με βραχνή φωνή: «Είσαι σίγουρος ότι θέλεις να εγκαταλείψεις εμένα και τον γιο σου και να επιλέξεις αυτή τη γυναίκα;» Ήλπιζε να δει μια έκφραση ενοχής στο πρόσωπο του συζύγου της, να της πει ότι είχε σφάλει, να της πει ότι εξακολουθούσε να έχει την οικογένειά τους στην καρδιά του, αλλά, μπροστά στα δάκρυα και τις ερωτήσεις της, ο σύζυγός της παρέμεινε τελείως σιωπηλός. Βλέποντας τη στάση του, η Χονγκέρ κατέρρευσε τελείως. Δεν είχε καμία απολύτως ιδέα για τον λόγο που θα την πρόδιδε τόσο άκαρδα. Τον χαστούκισε δυνατά, μη μπορώντας να συγκρατήσει την πικρία στην καρδιά της.

Η Χονγκέρ δεν είχε καμία ανάμνηση του πώς έφυγε από εκείνο το μέρος —ένιωθε σαν να της είχαν ρουφήξει τα πάντα από μέσα της. Στάθηκε στην παραλία καθώς άρχισε να χάνεται το φως του δειλινού, με μόνη συντροφιά της το φως που έσβηνε και το τελευταίο ίχνος του ανατέλλοντος ηλίου. Αλλεπάλληλα κύματα πόνου φούσκωναν στην καρδιά της. Μπροστά στα μάτια της εμφανίζονταν αλλεπάλληλες σκηνές των δεκαετιών που πέρασαν μαζί. Είχε αγνοήσει τις αντιρρήσεις που είχαν οι γονείς της για εκείνον και είχε μετακομίσει αποφασιστικά μαζί του μακριά από το σπίτι. Είχε εργαστεί πολύ σκληρά στο πλάι του και κανένας από τους οικονομικούς τους περιορισμούς δεν είχε αμβλύνει καθόλου τα αισθήματά τους. Είχαν φτάσει μέχρι εδώ χέρι-χέρι, μέσα από κάθε χαρά και πίκρα, μέσα από τον άνεμο και τη βροχή. Είχαν γίνει ευκατάστατοι και το παιδί τους είχε μεγαλώσει, αλλά εκείνος ήταν στ’ αλήθεια ικανός να πετάξει μια ευτυχισμένη οικογένεια για να φτιάξει τη «φωλιά» του με μια άλλη γυναίκα. Μισούσε την ασυνέπειά του, όπως και την ασπλαχνία του. Αλλά μόλις σκέφτηκε αυτή την ευτυχισμένη οικογένεια, για την οποία είχε εργαστεί τόσο σκληρά, απλά να εξαφανίζεται, ένιωσε πως δεν άντεχε να την αποχωριστεί και ήθελε να κάνει ό,τι μπορούσε για να την πάρει πίσω. Εφόσον γυρνούσε πίσω, μπορούσε να του συγχωρέσει τις παρελθοντικές του παραβάσεις, γιατί είχε στοιχηματίσει όλη την ευτυχία της πάνω του.

Αφού επέστρεψε στο σπίτι, η Χονγκέρ άρχισε να κάνει σχέδια για να σώσει τον γάμο της. Μια φίλη τής είπε: «Όταν ένας άντρας βγαίνει έξω και εργάζεται για να βγάλει τα προς το ζην, βλέπει υπεραρκετές ψυχρές εκφράσεις εκεί έξω. Όταν επιστρέφει στο σπίτι πρέπει να νιώθει τη θαλπωρή του σπιτιού˙ έτσι θα νιώθει ευτυχισμένος. Όπως ακριβώς λένε: “Ο δρόμος προς την καρδιά ενός άντρα περνά από το στομάχι του”». Η Χονγκέρ γνώριζε ότι στον σύζυγό της άρεσαν τα ντάμπλινγκς, οπότε κάθε μέρα έφτιαχνε επιμελώς με τα χεράκια της πολλά διαφορετικά είδη ντάμπλινγκς και σκεφτόταν κάθε τρόπο για να ρωτά διακριτικά για εκείνον. Χρησιμοποιούσε τον γιο τους για να σκαρφίζεται κάθε είδους λόγους για να έρχεται εκείνος στο σπίτι, όμως όπως κι αν τον καλόπιανε, εκείνος ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα θερμός. Η Χονγκέρ σκέφτηκε ότι μπορεί να μην ενδιαφερόταν επειδή εκείνη γερνούσε και δεν ήταν πια τόσο ελκυστική, οπότε άρχισε να καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια στο να φαίνεται νεότερη. Σκέφτηκε πολλούς τρόπους για να ξανακερδίσει την καρδιά του συζύγου της, αλλά ήταν όλοι μάταιοι. Εκείνη η περίοδος ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και κουραστική για εκείνη και αισθανόταν πραγματικά αβοήθητη. Κάθε μέρα το πρόσωπό της το έλουζαν δάκρυα και δεν μπορούσε να κοιμηθεί καλά τα βράδια. Δεν ήξερε πόσες προσπάθειες είχε κάνει για να αποκαταστήσει το διαλυμένο σπιτικό τους. Μην έχοντας άλλη επιλογή, μπορούσε μονάχα να περιμένει μες στον πόνο της, να περιμένει να αλλάξει γνώμη ο σύζυγός της.

Η Χονγκέρ περίμενε έτσι για τρία χρόνια, και κατά τις ατέλειωτες εκείνες ημέρες διερωτήθηκε πολλές φορές: «Πώς μπορούν τα συναισθήματα που υπάρχουν για πάνω από είκοσι χρόνια να εξαφανιστούν έτσι απλά; Γιατί, με τόσα που έχω επενδύσει, δεν μπορούσα να πάρω ως επιστροφή μια ευτυχισμένη, ολοκληρωμένη οικογένεια;» Έκανε αυτή την ερώτηση ξανά και ξανά, αλλά κανείς δεν μπορούσε να της δώσει μια απάντηση. Περίμενε κάθε μέρα, αλλά δεν γινόταν ποτέ τίποτα. Ήταν, χωρίς αμφιβολία, μια «θανατική καταδίκη» για τον γάμο τους. Συντετριμμένη, η Χονγκέρ δεν είχε πια τη δύναμη να αντέξει τέτοιου είδους πλήγμα. Είχε μπουχτίσει και δεν είχε πια το κουράγιο ή την ενέργεια να συνεχίσει. Κατέβασε σαράντα δισκία Diazepam με τη μία…

Ξύπνησε την επόμενη μέρα και διαπίστωσε ότι βρισκόταν στο νοσοκομείο και είδε ότι ο γιος και ο σύζυγός της βρίσκονταν και οι δύο εκεί. Δάκρυα θλίψης πλημμύριζαν ακατάπαυστα το πρόσωπό της —έκλαψε μέχρι που ζαλίστηκε, η καρδιά της χίλια κομμάτια. Το ότι ενώθηκε η οικογένεια υπό αυτές τις συνθήκες ήταν μεγάλη ειρωνεία, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι γι’ αυτό. Ατένισε τον ουρανό και αναστέναξε: «Ποιος μπορεί να μου πει γιατί ένας άντρας και μια γυναίκα μπορούν να τα βγάλουν πέρα μαζί μέσα από τις αντιξοότητες, αλλά δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα μέσα στον πλούτο; Πώς μπορεί μια αγάπη που εκτείνεται σε πάνω από δύο δεκαετίες να είναι τόσο εύθραυστη;»

Λίγο καιρό μετά, η πεθερά του γιου της μοιράστηκε με τη Χονγκέρ το ευαγγέλιο των εσχάτων ημερών του Θεού και της είπε ότι μόνο ο Θεός μπορεί να τη σώσει και να φροντίσει κάθε βάσανό της. Αυτό συμβαίνει επειδή ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό˙ στην αρχή, η ανθρωπότητα ζούσε υπό τη φροντίδα και την προστασία του Θεού και ζούσε πολύ ευτυχισμένη, αλλά απομακρύνθηκε από τον Θεό επειδή διαφθάρηκε από τον Σατανά. Άρχισε να αρνείται την ύπαρξη του Θεού και να ζει μέσα στο κακό που προξενεί ο Σατανάς˙ η αγανάκτηση και ο πόνος της μεγάλωναν όλο και περισσότερο. Ο ίδιος ο Θεός ενσαρκώθηκε για να εκφράσει την αλήθεια και να σώσει την ανθρωπότητα προκειμένου να επανακτήσει την ανθρωπότητα από τη λαβή του Σατανά. Μόνο αν κάποιος έλθει ενώπιον του Θεού, διαβάσει τα λόγια Του και κατανοήσει, μέσα από αυτά, την αλήθεια μπορεί να διακρίνει τη ρίζα του κακού στην κοινωνία, να μείνει μακριά από το κακό που προξενεί ο Σατανάς και να ζήσει υπό τη φροντίδα και την προστασία του Θεού. Η πεθερά του γιου της διάβασε μια περικοπή του λόγου του Θεού: «Ο Παντοδύναμος δείχνει έλεος σε τέτοιους ανθρώπους που υποφέρουν βαθύτατα. Ταυτόχρονα, έχει κουραστεί με τους ανθρώπους αυτούς που δεν έχουν συνείδηση, διότι πρέπει να περιμένει πολύ για την απάντηση από τους ανθρώπους. Επιθυμεί να αναζητήσει, να αναζητήσει την καρδιά και το πνεύμα σου. Θέλει να σου φέρει τροφή και νερό και να σε αφυπνίσει για να μην είσαι πλέον διψασμένος και πεινασμένος. Όταν θα είσαι κουρασμένος κι όταν θα αρχίσεις να νιώθεις την απόγνωση του κόσμου αυτού, μη μπερδευτείς, μην κλάψεις. Ο Παντοδύναμος Θεός, ο Παρατηρητής, θ’ αγκαλιάσει την άφιξή σου ανά πάσα στιγμή. Είναι στο πλευρό σου παρατηρώντας σε, περιμένοντάς σε να επιστρέψεις. Αναμένει την ημέρα που η μνήμη σου ξαφνικά θα επανέλθει: θα συνειδητοποιήσεις το γεγονός ότι προήλθες από τον Θεό, όντας κάπου και κάπως χαμένος, πεσμένος αναίσθητος στην άκρη του δρόμου και τότε, μη γνωρίζοντας ότι έχεις έναν πατέρα. Συνειδητοποιείς επίσης ότι ο Παντοδύναμος σε πρόσεχε, εκεί, αναμένοντας όλο αυτό το διάστημα την επιστροφή σου» (από «Ο αναστεναγμός του Παντοδύναμου» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»).

Αφού άκουσε αυτά τα λόγια, που όμοιά τους δεν είχε ξανακούσει ποτέ, η Χονγκέρ συγκινήθηκε τρομερά, σαν να ανάβλυζε ένα θερμό ρεύμα στην καρδιά της, ζεσταίνοντας την, σώμα και καρδιά. Εκείνα τα τελευταία χρόνια, κανείς δεν είχε κατανοήσει τη βαθιά θλίψη στην καρδιά της και κανείς δεν μπορούσε να μοιραστεί το βάρος του πόνου της. Συγκεκριμένα, κανείς δεν είχε μπορέσει να την καταλάβει ή να την παρηγορήσει. Είχε περάσει αμέτρητες μοναχικές, άγρυπνες νύχτες, κλαίγοντας σιωπηλά μόνη της μέχρι την αυγή. Η πληγή την ακολουθούσε σαν σκιά που ποτέ δεν μπορούσε πραγματικά να ξεχάσει ή να ξεφορτωθεί. Πίστευε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να συνεχίσει έτσι, μες στη μοναξιά και τον πόνο, για το υπόλοιπο της ζωής της. Εκείνη τη μέρα, όμως, η περικοπή εκείνη χτύπησε την πόρτα της καρδιάς της. Συνειδητοποίησε ότι όταν πονούσε, υφίστατο δεινά και έκλαιγε, ο Θεός το γνώριζε και βρισκόταν πάντα στο πλευρό της, περιμένοντάς την να κάνει μεταβολή. Ακούγοντας τα λόγια γαλούχησης του Θεού, η Χονγκέρ δεν μπορούσε παρά να βουρκώσει˙ ένιωσε ότι ο Θεός ήταν μαζί της και ότι πραγματικά δεν ήταν μόνη. Παρόλο που δεν είχε ξανακούσει για τον Θεό και δεν ήξερε τίποτε γι’ Αυτόν, Εκείνος πάντα παρακολουθούσε στο πλευρό της. Όχι μόνο την είχε σώσει εγκαίρως και είχε διαφυλάξει τη ζωή της όταν εκείνη αποφάσισε να πεθάνει, αλλά όταν έχασε τελείως την ελπίδα για ζωή, Εκείνος της έδωσε τη δυνατότητα να ακούσει τη φωνή Του μέσω της πεθεράς του γιου της. Χρησιμοποίησε τα λόγια Του για να αγγίξει και δώσει ζεστασιά στην καρδιά της, φέρνοντας ελπίδα και μια στροφή προς το καλύτερο στη ζωή της που ήταν γεμάτη απόγνωση και πόνο. Εκείνη τη στιγμή, η Χονγκέρ ένιωσε την αγάπη και τη σωτηρία του Θεού και η λαβωμένη της καρδιά παρηγορήθηκε. Είχε κάτι στο οποίο μπορούσε να στηριχτεί.

Μια χριστιανή διαβάζει το βιβλίο.

Μετά απ’ αυτό, η Χονγκέρ άρχισε να πηγαίνει στην Εκκλησία του Παντοδύναμου Θεού, να διαβάζει τον λόγο του Θεού, να συναναστρέφεται σχετικά με την αλήθεια και να ψάλλει ύμνους για να δοξάσει τον Θεό μαζί με τους αδελφούς και τις αδελφές της. Είδε ότι όλοι τους ήταν ευγενικοί και συμπεριφέρονταν στους άλλους με ειλικρίνεια. Ήταν ικανοί να ανοίγονται απλά και ειλικρινά για τη διαφθορά που αποκάλυπταν, στη συνέχεια να αναλύουν σχολαστικά εκείνη τη διαφθορά σύμφωνα με τα λόγια του Θεού και να αναζητούν να γίνουν οι έντιμοι άνθρωποι που αρέσουν στον Θεό. Κανένας δεν περιγελούσε τον άλλο, μα βοηθούσαν ο ένας τον άλλο και έδιναν ο ένας στον άλλο θρέψη. Κάθε πρόσωπο ακτινοβολούσε με χαμόγελο ευτυχίας. Η Χονγκέρ βρήκε μεταδοτική την ειλικρινή, χαρούμενη ατμόσφαιρα και, μέσα σ’ εκείνη τη μεγάλη οικογένεια, ένιωσε ένα είδος χαλάρωσης και ελευθερίας που δεν είχε νιώσει ποτέ ξανά. Ανακάλυψε εκ νέου μια ζεστασιά που δεν είχε νιώσει για πολύ καιρό, καθώς και το αίσθημα του να επιστρέφει κανείς στο σπίτι. Μέρα με τη μέρα η στενοχώρια της υποχωρούσε και σταδιακά άρχισαν να εμφανίζονται χαμόγελα στο πρόσωπό της. Μέσα στον λόγο του Θεού βρήκε απαντήσεις σε πράγματα που από καιρό της προκαλούσαν σύγχυση και κατάφερε να γνωρίσει τη ρίζα των δικών της βασάνων. Είδε τα ακόλουθα στα λόγια του Θεού: «Στην πραγματικότητα, από τις μυριάδες των όσων έχει δημιουργήσει ο Θεός, ο άνθρωπος είναι το πιο ασήμαντο. Παρόλο που είναι κύριος των πάντων, ο άνθρωπος είναι ο μόνος ανάμεσα τους που υπόκειται στον δόλο του Σατανά, ο μόνος που πέφτει θύμα της διαφθοράς του Σατανά με άπειρους τρόπους. Ο άνθρωπος δεν ήταν ποτέ κυρίαρχος του εαυτού του. Οι περισσότεροι άνθρωποι ζούνε υπό την αχρεία σφαίρα επιρροής του Σατανά και γίνονται αντικείμενα της χλεύης του. Τους κοροϊδεύει με τον έναν και με τον άλλον τρόπο, σε σημείο που να γίνονται ζωντανοί-νεκροί, υπομένοντας κάθε μεταστροφή, κάθε κακουχία στον κόσμο των ανθρώπων. Και αφού παίξει μαζί τους, ο Σατανάς βάζει ένα τέλος στο πεπρωμένο τους» (από «Έργο και είσοδος (1)» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). «Η μία μετά την άλλη, όλες αυτές οι τάσεις επιφέρουν μια σατανική επίδραση, η οποία συνεχώς εκφυλίζει τον άνθρωπο, τον κάνει να χάνει συνεχώς τη συνείδηση, την ανθρώπινη φύση και τη λογική του, και υποβαθμίζει ολοένα περισσότερο την ηθική του και την ποιότητα του χαρακτήρα του, σε βαθμό που να μπορούμε να πούμε ότι οι άνθρωποι σήμερα, στην πλειονότητά τους, δεν έχουν καμία ακεραιότητα, καθόλου ανθρώπινη φύση, αλλά ούτε και συνείδηση, πόσο μάλλον λογική» (από «Ο ίδιος ο Θεός, ο μοναδικός ΣΤ'» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). «Όλοι ξέρετε τη λέξη “προδοσία” καθώς οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν κάποτε προδώσει κάποιους άλλους, όπως ο σύζυγος που έχει προδώσει τη σύζυγό του, η σύζυγος που έχει προδώσει τον σύζυγό της, ο γιος που έχει προδώσει τον πατέρα του, η κόρη που έχει προδώσει τη μητέρα της, ο σκλάβος που έχει προδώσει τον κύριό του, φίλοι που έχουν προδώσει ο ένας τον άλλον, συγγενείς που έχουν προδώσει ο ένας τον άλλον, πωλητές που έχουν προδώσει αγοραστές κτλ. Όλα αυτά τα παραδείγματα περιέχουν την ουσία της προδοσίας» (από «Ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα: η προδοσία (1)» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»). «Η φύση του ανθρώπου είναι η ζωή του, αυτή είναι η αρχή με την οποία ζει και αδυνατεί να την αλλάξει. Ακριβώς σαν τη φύση της προδοσίας – αν μπορείς να κάνεις κάτι που θα προδώσει ένα συγγενή ή ένα φίλο, τότε αυτό αποδεικνύει ότι αυτό είναι μέρος της ζωής σου και της φύσης με την οποία έχεις γεννηθεί. Αυτό δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς» (από «Ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα: η προδοσία (1)» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»).

Μέσα από τα λόγια του Θεού, η Χονγκέρ κατάλαβε ότι το σύνολο των βασάνων των ανθρώπων πηγάζει από τη διαφθορά του Σατανά και ότι όλοι οι άνθρωποι ζουν μέσα σε μια μεγάλη δεξαμενή, διαποτισμένοι με το κακό. Βομβαρδιζόμαστε από τα μοχθηρά μηνύματα του Σατανά, όπως: «Κράτα ακμαίο το σπιτικό σου και πέρνα καλά στα κρυφά», «η ζωή είναι μικρή, απόλαυσέ την όσο μπορείς», «άδραξε τη μέρα για απολαύσεις, γιατί η ζωή είναι μικρή», «εννιά στους δέκα άντρες τσιλημπουρδίζουν, ο δέκατος είναι απλώς ανόητος». Αυτά διατείνονται ότι το να βγαίνει ένας άντρας με άλλη γυναίκα και να έχει ερωμένη είναι ανεκτό και σημάδι κύρους. Επιπλέον, τα κέντρα διασκέδασης που βρίθουν από πειρασμούς βρίσκονται παντού, από τους κεντρικούς δρόμους μέχρι τα μικρά σοκάκια, διευκολύνοντας πολύ τους ανθρώπους να ενδώσουν σε κακές σαρκικές απολαύσεις. Πολλοί άνθρωποι συνάπτουν αναίσχυντα σχέσεις της μιας βραδιάς, καθώς και δεσμούς. Είναι τόσο μοχθηροί και διεφθαρμένοι, τόσο εξαχρειωμένοι που στερούνται κάθε ανθρώπινης ομοιότητας. Όταν οι άνθρωποι δεν κατανοούν την αλήθεια, δεν διακρίνουν καθόλου μεταξύ καλού και κακού, μεταξύ ομορφιάς και ασχήμιας και δεν έχουν τη δυνατότητα να ξεχωρίζουν τα θετικά από τα αρνητικά πράγματα. Οι απόψεις τους για τα πράγματα είναι διαστρεβλωμένες και εκείνοι εκλαμβάνουν τα κακά πράγματα ως δίκαια και τίμια. Απαρνούνται τους όρκους τους και προδίδουν τον γάμο τους μόνο και μόνο για να ικανοποιήσουν τις σαρκικές επιθυμίες τους, χάνοντας την ανθρώπινη φύση, τη λογική, την ηθική και την αξιοπρέπεια που θα ’πρεπε να κατέχουν οι άνθρωποι. Ζουν υπό τη σφαίρα επιρροής του Σατανά και ενδίδουν ολοκληρωτικά στη σάρκα, επιδιώκουν την ευχαρίστηση και την ικανοποίηση των δικών τους ανάρμοστων επιθυμιών. Η Χονγκέρ συλλογίστηκε λιγάκι αυτή τη μοχθηρή κοινωνία. Το να προδίδουν οι άντρες τις γυναίκες τους και οι γυναίκες τους άντρες τους είναι συνηθισμένο φαινόμενο˙ υπό τη διάβρωση των κακών τάσεων, οι άνθρωποι που στερούνται της αλήθειας δεν διαθέτουν καμία αντίσταση στα πράγματα αυτά. Υπόκεινται στον αντίκτυπο αυτού του μοχθηρού σκεπτικού ακούσια, αμελούν τις ευθύνες τους, αγνοούν την ηθική και τη δικαιοσύνη, όπως και τη συνείδησή τους μόνο και μόνο για να ικανοποιήσουν μια φευγαλέα σαρκική επιθυμία. Παραμερίζουν τον ή τη σύζυγό τους, προξενώντας απίστευτη συναισθηματική ζημία στην οικογένειά τους, ίσως ακόμη και μια ζωή βασάνων. Είδε ότι και ο σύζυγός της ήταν θύμα αυτών των κακών σατανικών τάσεων. Η Χονγκέρ θυμήθηκε το πώς ο σύζυγός της ήταν παλαιότερα τόσο στοργικός και τρυφερός προς εκείνη και πως ποτέ δεν αναζητούσαν υλικό πλούτο για τους ίδιους —μόνο αμοιβαία αγάπη και στοργή, ευτυχία και αρμονία. Αλλά μόλις έγινε ευκατάστατος, άρχισε να ψυχαγωγεί συχνά πελάτες και να πηγαίνει από το ένα κέντρο διασκέδασης στο άλλο. Δεν μπορούσε να αντισταθεί στο δέλεαρ εκείνων των κακών τάσεων και άρχισε να διάγει μια ζωή ακολασίας. Σύναψε δεσμό και ζούσε σύμφωνα με τις ανάρμοστες επιθυμίες του, σκεπτόμενος μόνο την ικανοποίηση του δικού του σαρκικού πόθου. Δεν λάμβανε καθόλου υπόψη τα αισθήματά της, πόσο μάλλον την οικογένειά τους. Αυτό οδήγησε στη διάλυση της οικογενείας τους και την αποξένωσή τους. Η αγάπη που μοιράζονταν για πάνω από είκοσι χρόνια έμοιαζε τόσο εύθραυστη μπροστά σ’ εκείνες τις κακές τάσεις˙ δεν μπορούσε να αντέξει ούτε το παραμικρό πλήγμα. Όλα αυτά δεν ήταν το αποτέλεσμα της διαφθοράς του ανθρώπου από τον Σατανά;

Η Χονγκέρ αναγνώρισε ότι ο Σατανάς την είχε βλάψει τόσο βαθιά, ότι εκείνη πάντα αναζητούσε την αγάπη της συζυγικής αρμονίας, το να γεράσουν μαζί και το «μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος». Νόμιζε ότι το να έχει έναν τέτοιο γάμο αποτελούσε τη μόνη ευτυχία στη ζωή. Αφού ξεστράτισε ο σύζυγός της, εκείνη δοκίμασε τα πάντα για να σώσει την κατεστραμμένη αγάπη τους και όταν η επιθυμία της δεν εκπληρώθηκε, ζούσε μέσα σε μια ομίχλη πόνου από την οποία δεν μπορούσε να απελευθερωθεί, προσπαθώντας, μάλιστα, να βρει ανακούφιση στον θάνατο. Άραγε όλα αυτά δεν αποτελούσαν μονάχα τις λανθασμένες σκέψεις και οπτικές, με τις οποίες έχει διαποτίσει ο Σατανάς την ανθρωπότητα, που την περιέπαιζαν και την έβλαπταν; Μόνο με την ανάγνωση του λόγου του Θεού κατάλαβε η Χονγκέρ ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ιδιοτελείς και κάνουν τα πάντα προς ίδιον όφελος και σύμφωνα με τις δικές τους αρχές. Δεν υπάρχει αληθινή αγάπη μεταξύ δύο ανθρώπων˙ η ρομαντική αγάπη απλά δεν υφίσταται. Αλλά ο Σατανάς χρησιμοποιεί κάθε λογής παράλογες αντιλήψεις για να διαφθείρει και να αποπλανήσει τους ανθρώπους ώστε να σέβονται το κακό και να επιδιώκουν τη ρομαντική αγάπη πάνω από οτιδήποτε άλλο, ζώντας εξ ολοκλήρου μέσα στην ψευδαίσθησή της. Γίνονται όλο και πιο διεφθαρμένοι και εξαχρειωμένοι και απομακρύνονται όλο και περισσότερο από τον Θεό. Τότε βίωσε πραγματικά η Χονγκέρ ότι δίχως την αλήθεια οι άνθρωποι δεν διακρίνουν διόλου μεταξύ καλού και κακού, μεταξύ ομορφιάς και ασχήμιας και καμία διάκριση σχετικά με τα θετικά πράγματα. Ο Σατανάς απλώς θα παίζει μαζί τους και θα τους βλάπτει, και στο τέλος θα τους καταπιεί ολόκληρους. Χάρη στη σωτηρία του Θεού, η Χονγκέρ είδε την αλήθεια της διαφθοράς της ανθρωπότητας από τον Σατανά και ανακάλυψε τη ρίζα των βασάνων της. Ο λόγος του Θεού φώτισε την καρδιά της σε μεγάλο βαθμό κι εκείνη ένιωσε πολύ πιο ήρεμη.

Στη συνέχεια, η Χονγκέρ διάβασε την ακόλουθη περικοπή του λόγου του Θεού: «Επειδή η ουσία του Θεού είναι άγια, αυτό σημαίνει ότι μόνο μέσα από τον Θεό μπορείς να διαβείς τον φωτεινό, τον σωστό δρόμο στη ζωή. Μόνο μέσα από τον Θεό μπορείς να γνωρίσεις το νόημα της ζωής, να ζήσεις μια πραγματική ζωή, να κατέχεις την αλήθεια, να γνωρίσεις την αλήθεια και μόνο μέσα από τον Θεό μπορείς να αποκτήσεις ζωή από την αλήθεια. Μόνο ο ίδιος ο Θεός μπορεί να σε βοηθήσει να αποφύγεις το κακό και να σε σώσει από τη βλάβη που προκαλεί ο Σατανάς και τον έλεγχο που έχει επάνω σου. Εκτός από τον Θεό, κανένας και τίποτα δεν μπορεί να σε σώσει από τον ωκεανό των συμφορών, ώστε να μην υποφέρεις άλλο: αυτό καθορίζεται από την ουσία του Θεού. Μόνο ο ίδιος ο Θεός σε σώζει με τόση ανιδιοτέλεια, μόνο ο Θεός είναι ο τελικός υπεύθυνος για το μέλλον σου, για τη μοίρα σου και για τη ζωή σου και Εκείνος διευθετεί όλα τα πράγματα για εσένα. Αυτό είναι κάτι που τίποτα δημιουργημένο ή μη δημιουργημένο δεν μπορεί να καταφέρει. Επειδή τίποτα δημιουργημένο ή μη δημιουργημένο δεν έχει ουσία παρόμοια με του Θεού, κανένας άνθρωπος ή πράγμα δεν έχει την ικανότητα να σε σώσει ή να σε καθοδηγήσει. Αυτή είναι η σημασία της ουσίας του Θεού για τον άνθρωπο» (από «Ο ίδιος ο Θεός, ο μοναδικός ΣΤ'» στο βιβλίο «Ο Λόγος Ενσαρκώνεται»).

Ένα βιβλιοθήκη έχει πολλά μυθικά βιβλία

Από τα λόγια του Θεού η Χονγκέρ κατάλαβε ότι μόνο ο Θεός μπορεί να σώσει τον άνθρωπο από τη διαφθορά του Σατανά και ότι μόνο κατανοώντας την αλήθεια μέσα από τον λόγο του Θεού μπορούν οι άνθρωποι να διακρίνουν τις τακτικές και τις μεθόδους που χρησιμοποιεί ο Σατανάς για να διαφθείρει την ανθρωπότητα. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να αποκτήσει κανείς γνώσεις για τα τεχνάσματα του Σατανά, να διαφύγει από το κακό που προξενεί και να ζήσει ελεύθερος. Αναστέναξε, θρηνώντας το γεγονός ότι επί τόσα χρόνια την κυβερνούσαν λανθασμένες αντιλήψεις και ότι η αναζήτηση της ευτυχίας μέσω του γάμου δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια ψευδαίσθηση. Σκέφτηκε το γεγονός ότι και ο σύζυγός της ήταν άνθρωπος που είχε διαφθαρεί από τον Σατανά και ότι το μόνο που αναζητούσε ήταν αρνητικά, κακά πράγματα. Επομένως, μπορούσε να της προξενήσει μόνο μαρτύριο και ζημία˙ δεν μπορούσε να της προσφέρει καμία απολύτως ευτυχία. Μόνο η αγάπη του Θεού για τους ανθρώπους είναι ανιδιοτελής και μόνο ο Θεός θέλει ολόψυχα να σώσει τους ανθρώπους από την κυριαρχία του Σατανά. Ο Θεός έχει εκφράσει κάθε λογής αλήθειες και κανονίζει κάθε λογής περιβάλλοντα προκειμένου να εξαγνίσει και να μεταμορφώσει την ανθρωπότητα, και όλα έχουν ως σκοπό να οδηγήσουν τους ανθρώπους να διαφύγουν από το κακό που προξενεί ο Σατανάς και να τους φέρουν χαρούμενες ζωές. Ωστόσο, τη στιγμή που κάτι θίγει το προσωπικό συμφέρον της διεφθαρμένης ανθρωπότητας, εκείνη προβαίνει σε προδοσία˙ μόνο ο Θεός μπορεί να βρίσκεται στο πλευρό των ανθρώπων την κάθε στιγμή, σε κάθε τόπο, και να τους βοηθά να ξεπερνούν την κάθε αντιξοότητα. Μόνο στον Θεό μπορεί κανείς να στηριχτεί πραγματικά και ο οίκος του Θεού αποτελεί το μόνο αληθινό λιμάνι για την ψυχή ενός ανθρώπου. Στο παρελθόν, η Χονγκέρ δεν κατανοούσε καθόλου τις κακές τάσεις που πηγάζουν από τον Σατανά και ζούσε μονάχα μες στην πικρία για τον σύζυγό της, δίχως καμία ευτυχία ή χαρά. Περνούσε την κάθε μέρα μες στη δυστυχία, δεσμευμένη και ζημιωμένη από τον Σατανά — ο πόνος ήταν ανείπωτος. Τώρα που είχε βρει τη ρίζα των βασάνων της, δεν μισούσε πια τον σύζυγό της. Ήταν σαν να είχε αφαιρεθεί ένα τεράστιο βάρος από τους ώμους της, και στην ψυχή της ένιωθε ένα είδος γαλήνης, ηρεμίας και ελευθερίας που δεν είχε νιώσει ποτέ άλλοτε! Απέκτησε πραγματικά την εμπειρία του να διακρίνει κάθε λογής ανθρώπους, γεγονότα και πράγματα μέσα από την κατανόηση της αλήθειας και επιτέλους απελευθερώθηκε από το μαρτύριο του πόνου και του κακού που προξενεί ο Σατανάς.

Τώρα που είχε τη διαφώτιση και την καθοδήγηση του λόγου του Θεού, η Χονγκέρ δεν ήταν πια τόσο αποκαρδιωμένη όσο πριν. Επίσης, άφησε τελείως πίσω της και συμφιλιώθηκε με το γεγονός ότι ο σύζυγός της πρόδωσε τον γάμο τους. Αποχαιρέτησε επιτέλους εκείνες τις μέρες όπου η ομίχλη πλανιόταν πάνω της, και όλοι όσοι την ήξεραν έλεγαν ότι είχε αλλάξει, ότι είχε αποκτήσει πιο καθαρή σκέψη και ήταν πιο ανέμελη. Ήταν γεμάτη ευγνωμοσύνη για τον Θεό, επειδή όλες αυτές οι αλλαγές επιτεύχθηκαν μέσα της μέσω του λόγου του Θεού.

Έχουν περάσει αρκετά χρόνια. Η Χονγκέρ διαβάζει συχνά τον λόγο του Θεού, διάγει μια εκκλησιαστική ζωή, έχει συναναστροφή πάνω στον λόγο του Θεού με τους αδελφούς και τις αδελφές της και καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να εκπληρώσει το καθήκον ενός εκ των δημιουργημάτων. Οι μέρες της είναι ιδιαίτερα ικανοποιητικές. Έχει κατανοήσει μερικές αλήθειες και έχει δει ξεκάθαρα ότι ο άνθρωπος δεν ζει τη ζωή του στη γη μόνο για χάρη του ή της συζύγου και των παιδιών του, αλλά για να εκπληρώσει το αρμόζον καθήκον ενός πλάσματος, και ότι μόνο αν ζει κανείς κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να φέρει χαρά στον Θεό. Έχει βρει επιτέλους το σωστό μονοπάτι στη ζωή, το οποίο είναι να ακολουθεί κανείς τον Θεό, να δέχεται την κρίση και την παίδευση του λόγου του Θεού, να υποβάλλεται στο έργο του Θεού και να αναζητά να κατανοήσει και να αποκτήσει την αλήθεια. Είναι το να σέβεται τον Θεό και να αποφεύγει το κακό και να γίνει κάποιος που υπακούει και λατρεύει τον Θεό. Μονάχα όλα τα παραπάνω αποτελούν το πιο ουσιώδες και ευτυχισμένο είδος ζωής. Η επιθυμία της Χονγκέρ είναι να ακολουθήσει ένα τέτοιου είδους μονοπάτι στη ζωή υπό την καθοδήγηση και την ηγεσία του Θεού, να αποκτήσει την αλήθεια και τη ζωή, να απελευθερωθεί πλήρως από το κακό που προξενεί ο Σατανάς και να βιώσει μια ζωή με νόημα —να βιώσει την πραγματικότητα της αλήθειας και να δοξάσει τον Θεό!

Σχετικό περιεχόμενο

  • Βασίζομαι στον Θεό: Είναι δυνατόν να βρεις μια καλή δουλειά χωρίς να κολακεύεις ανθρώπους

    Είναι δυνατόν να βρεις μια καλή δουλειά χωρίς να κολακεύεις τους άλλους; Όταν η χριστιανή Ζανγκ Λι πηγαίνει να εργαστεί, επιλέγει να δεχθεί τα πράγματα όπως έρχονται ή ακολουθεί τον λόγο του Θεού και αποφεύγει το κακό; Ας διαβάσουμε μαζί την εμπειρία της...

  • Μια διαφορετική εμπειρία αναζήτησης εργασίας

    Στη σημερινή κοινωνία, υπάρχουν όλων των ειδών μεγάλες επιχειρήσεις και μοιάζει να υφίσταται πληθώρα ευκαιριών απασχόλησης αλλά, χρόνο με τον χρόνο, οι απόφοιτοι πανεπιστημίων υπεραφθονούν. Η αγορά εξειδικευμένων υποψηφίων είναι τόσο υπερπλήρης, ώστε είναι αδύνατον να πάρει κάποιος προβάδισμα, οπότε η δυσκολία εύρεσης εργασίας μετά την αποφοίτηση έχει καταστεί ένα πολύ εύλογο πρόβλημα.

  • Μαρτυρία στον εργασιακό χώρο: πώς να δημιουργήσετε καλές σχέσεις

    Από την Γιε Κουίνγκ, Κίνα Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2018, καθαρός ουρανός Σήμερα κλείνω έναν μήνα ως εργαζόμενη στο ινστιτούτο αισθητικής. Όταν ξεκίνησα, …

  • Με τη χάρη του Θεού βρήκα ένα αληθινό σπιτικό

    Η οικογένεια της Σιαολίν διαλύθηκε εξαιτίας του δεσμού που σύναψε ο μπαμπάς της, κι εκείνη πάντα λαχταρούσε ένα ζεστό, στοργικό σπιτικό. Με τη χάρη του Θεού, η Σιαολίν βρήκε ένα αληθινό σπιτικό τη χρονιά που έκλεισε τα δεκαοκτώ.